συλλογικότητα
ουσιαστικό1. Η κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία άτομα ή ομάδες λειτουργούν ως ενιαίο σύνολο, διεξάγουν κοινές ενέργειες και λαμβάνουν συλλογικές αποφάσεις προς έναν κοινό σκοπό.
Συνώνυμα
ομαδικότητα συνεργασία αλληλεγγύη συνέργεια κοινότητα συντεχνία σωματείο σύλλογος κοινωνία συμμετοχή συντροφικότητα κοινωνικότητα συναδελφικότητα συνδημιουργία συνάθροιση κλίκα ομοσπονδία λέσχη αδελφότητα οργανισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συλλογικότητα των εργαζομένων ήταν το κλειδί για τις επιτυχημένες διαπραγματεύσεις.
- Στη γειτονιά μας, η συλλογικότητα εκφράζεται με κοινές δράσεις και ανοιχτούς χώρους.
- Η συλλογικότητα των καλλιτεχνών οδήγησε στη δημιουργία ενός κοινόχρηστου εργαστηρίου.
- Η ιστορική μνήμη λειτουργεί ως συλλογικότητα που διαμορφώνει την κοινή ταυτότητα.
- Προσπαθούν να χτίσουν συλλογικότητα ανάμεσα στους νέους ακτιβιστές για να ενισχύσουν τη φωνή τους.