κοινότητα
ουσιαστικό1. Σύνολο ανθρώπων που μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά, συμφέροντα, αξίες ή στόχους και ζουν ή αλληλεπιδρούν σε έναν συγκεκριμένο χώρο ή δίκτυο.
2. Τοπική διοικητική μονάδα ή οικισμός με δική του κοινωνική οργάνωση και διαχείριση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κοινότητα αποφάσισε να ανακαινίσει την πλατεία.
- Συμμετέχω σε μια ενεργή διαδικτυακή κοινότητα προγραμματιστών.
- Η κοινότητα των καλλιτεχνών διοργάνωσε μια έκθεση.
- Οι κοινότητες του δήμου συνεργάζονται για το νέο έργο υποδομής.
- Μετά τον σεισμό, η κοινότητα έδειξε αλληλεγγύη στους πληγέντες.