ενημέρωση

ουσιαστικό

1. Παροχή πληροφοριών ή γνώσης σχετικά με γεγονότα, καταστάσεις ή θέματα, με στόχο να γίνει κάποιος ενήμερος.

2. Διαδικασία διάδοσης ή διαβίβασης πληροφοριών από πηγή σε αποδέκτη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ενημέρωση των πολιτών για τα νέα μέτρα είναι απαραίτητη.
  • Έλαβα μια ενημέρωση στο κινητό για την αλλαγή της πτήσης.
  • Η καθημερινή ενημέρωση ειδήσεων μεταδίδεται στις εννιά.
  • Πρέπει να γίνει ενημέρωση του λογισμικού πριν από την εκκίνηση.
  • Ζήτησα ενημέρωση από τον διευθυντή για την πορεία του έργου.
  • Η ενημέρωση των προσωπικών στοιχείων γίνεται μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.