λόγος
ουσιαστικό1. Προφορική ή γραπτή διατύπωση σκέψεων, ιδεών ή πληροφοριών με λέξεις.
2. Αιτιολόγηση ή επιχειρηματολογία που εξηγεί ή τεκμηριώνει μια θέση, απόφαση ή παρατήρηση.
Συνώνυμα
ομιλία αιτιολογία διάλεξη συζήτηση κουβέντα συνομιλία λέξη εξήγηση επιχείρημα συλλογισμός αιτία αναλογία θέμα δήλωση ρητορική επιχειρηματολογία βήμα λογική νους κίνητρο υπόσχεση φράση αίτιο αφορμή διεύθυνση λαλιά συντελεστής σχέση όρος διήγηση ιστορία φωνή γλώσσα κουβεντούλα αιτιολόγηση προφορικότητα ρήση μονολογία σκεπτικό
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λόγος της απουσίας του ήταν μια ξαφνική ασθένεια.
- Έκανε έναν σύντομο λόγο στην τελετή αποφοίτησης.
- Ο λόγος του ύψους προς το πλάτος του παραθύρου είναι τρία προς δύο.
- Στη φιλοσοφία, ο λόγος συχνά ταυτίζεται με τη λογική.
- Μπορείς να μου δώσεις έναν λόγο για την αλλαγή αυτή;