δείκτης

ουσιαστικό

1. Συσκευή ή μέρος συσκευής που δείχνει κατεύθυνση, θέση ή τιμή, όπως βελόνα ή δείκτης σε όργανο μέτρησης.

2. Στοιχείο οργάνωσης ή ευρετηρίασης πληροφοριών που υποδεικνύει θέση ή παραπομπή σε καταλόγους, πίνακες ή βιβλία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έδειξε με τον δείκτη του το βιβλίο στο ράφι.
  • Ο δείκτης τιμών καταγράφει την άνοδο του κόστους ζωής.
  • Ο δείκτης του ταχύμετρου έδειξε μηδέν όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο.
  • Στο τέλος του βιβλίου βρήκε τον όρο στον δείκτη.
  • Ο δείκτης ανεργίας μειώθηκε το τελευταίο τρίμηνο.