αποκάλυψη
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα του αποκαλύπτω· φανέρωση ή γνωστοποίηση κρυφών, άγνωστων ή απόκρυφων πληροφοριών, γεγονότων ή στοιχείων.
2. Φανέρωση θεϊκής ή υπερφυσικής αλήθειας, οράματος ή μηνύματος προς ανθρώπους σε θρησκευτικό ή μυστηριακό πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απόκρυψη κωδικός οθόνη μυστήριο ανωνυμία αποσιώπηση εμπιστευτικότητα επικάλυψη κάλυμμα παραπέτασμα συγκάλυψη επικάλυμμα εχεμύθεια θάψιμο καμουφλάζ κουκούλωμα κρύψιμο συσκότιση κάλυψη μυστικότητα παρασιώπηση μυστικοπάθεια μάσκα σάλι κουβέρτα κουρτίνα παζλ αίνιγμα μανδύας παραπλάνηση πατέντα περιτύλιγμα αδιαφάνεια μπλόφα περιβολή περιφρούρηση σιωπή σιγή άσυλο διακριτικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην εκκλησία διάβασαν αποσπάσματα από την αποκάλυψη.
- Η αποκάλυψη των εγγράφων προκάλεσε δημόσιο σάλο.
- Η εταιρεία έκανε την αποκάλυψη του νέου μοντέλου στην έκθεση.
- Η αποκάλυψη της προτομής έγινε με μεγάλη επισημότητα.
- Κατά τη διάρκεια της έρευνας είχε μια ξαφνική αποκάλυψη για το τι είχε συμβεί.