δήλωση
ουσιαστικό1. Έκφραση σκέψης, γνώμης, πληροφορίας ή γεγονότος, διατυπωμένη προφορικά ή γραπτώς με σκοπό την ενημέρωση ή την επικοινωνία.
Συνώνυμα
ανακοίνωση διακοίνωση διακήρυξη κατάθεση εξαγγελία αναφορά ισχυρισμός διατύπωση διευκρίνιση διαβεβαίωση έκθεση υπόμνημα προκήρυξη ρήση ομολογία λόγος συνέντευξη εκδήλωση πρόταση έκφραση γνωστοποίηση εκφορά μαρτυρία εξήγηση αποκάλυψη εξομολόγηση καταγγελία σχόλιο μήνυμα πόστ διασαφήνιση πληροφορία επιχείρημα αναγγελία βεβαίωση διαπίστωση ψήφισμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δήλωση του υπουργού μεταδόθηκε από όλα τα μέσα.
- Πρέπει να υποβάλεις τη φορολογική δήλωση μέχρι το τέλος Απριλίου.
- Μια δημόσια δήλωση αγάπης τον έκανε να κοκκινίσει.
- Υπέβαλε δήλωση συμμετοχής για το σεμινάριο.
- Η δήλωση μιας μεταβλητής στη γλώσσα προγραμματισμού είναι απλή.