μουρμούρισμα
ουσιαστικό1. Χαμηλή, συχνά ανεπαίσθητη εκφορά λόγου από ένα ή περισσότερα άτομα, με φωνή κλειστή και μερικώς ακατάληπτη.
2. Σιγανό σχόλιο ή παρατήρηση που εκφράζει δυσαρέσκεια, αμφιβολία ή σχολιασμό χωρίς σαφή και ανοικτή διατύπωση.
Συνώνυμα
μουρμουρητό μούρμουρο μουρμουρισμός μουρμούρα ψιθύρισμα ψίθυρος γκρίνια παράπονο διαμαρτυρία γρύλισμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μουρμούρισμα των συναδέλφων μετά την ανακοίνωση έκανε τον διευθυντή νευρικό.
- Το μουρμούρισμα του ποταμού με βοηθάει να κοιμηθώ.
- Άκουσα ένα αμυδρό μουρμούρισμα πίσω από την κλειστή πόρτα.
- Το συνεχές μουρμούρισμα του κινητήρα με ενοχλούσε στο ταξίδι.
- Το μουρμούρισμα της γιαγιάς ήταν σχεδόν σαν να τραγουδούσε ένα νανούρισμα.