αέρας
ουσιαστικό1. Μείγμα αερίων που περιβάλλει τη Γη, κυρίως άζωτο και οξυγόνο, απαραίτητο για την αναπνοή και για μετεωρολογικές και φυσικές διεργασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αέρας είναι καθαρός σήμερα.
- Ο αέρας φυσάει δυνατά και λυγίζει τα κλαδιά.
- Άνοιξε το παράθυρο για να μπει λίγος αέρα.
- Έχει πολύ αέρα από τότε που έγινε διάσημος.
- Ο μουσικός έπαιξε έναν όμορφο αέρα στο μπουζούκι.