φράση

ουσιαστικό

1. Σύνολο λέξεων που σχηματίζει γλωσσική μονάδα και αποδίδει συγκεκριμένη έννοια χωρίς απαραίτητα να αποτελεί πλήρη πρόταση.

2. Μικρή ολοκληρωμένη πρόταση ή λεκτική έκφραση που χρησιμοποιείται για να μεταφέρει ένα μήνυμα ή μια σκέψη.

Συνώνυμα

έκφραση διατύπωση πρόταση λόγος ιδίωμα ιδιωματισμός απόφθεγμα παροιμία στίχος σλόγκαν κλισέ φρασούλα φρασάκι σχήμα μελωδία εκφορά ρήση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η φράση αποτελείται από μία ή περισσότερες λέξεις.
  • Η φράση 'καλή όρεξη' λέγεται πριν από το φαγητό.
  • Μια ευγενική φράση μπορεί να αλλάξει τη διάθεση ενός ανθρώπου.
  • Η διαφημιστική φράση έγινε σύνθημα της εταιρείας.
  • Θα παραθέσω μια φράση από τον αγαπημένο μου συγγραφέα.