κακόγουστος

επίθετο

Που έχει ή φανερώνει κακή αισθητική, χωρίς λεπτότητα ή καλό γούστο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

κουλ καλαίσθητος κομψός φινετσάτος εκλεπτυσμένος σικ καλαμπούρικος καλλιτεχνικός εξαίρετος

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σακάκι που φόρεσε ήταν πραγματικά κακόγουστος και δεν ταίριαζε καθόλου στην περίσταση.
  • Έκανε ένα κακόγουστος αστείο που ενόχλησε όλους στο τραπέζι.
  • Το σπίτι ήταν διακοσμημένο με κακόγουστος συνδυασμούς χρωμάτων και βαριά έπιπλα.
  • Η εμφάνισή του ήταν κακόγουστος, με πολλά υπερβολικά αξεσουάρ.
  • Το σχόλιο ακούστηκε κακόγουστος και τελείως ακατάλληλο.