δυσμενής

επίθετο

1. Που δημιουργεί ή συνοδεύει συνθήκες που επιφέρουν δυσκολίες, μειώνουν τις πιθανότητες επιτυχίας ή ευημερίας και προκαλούν αρνητικές συνέπειες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καιρός είναι δυσμενής για πεζοπορία.
  • Η έκθεση περιγράφει μια δυσμενής εικόνα της εταιρείας.
  • Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν δυσμενής για τον κατηγορούμενο.
  • Η πολιτική ήταν δυσμενής προς τις ξένες επενδύσεις.
  • Ο διευθυντής κράτησε μια δυσμενής στάση απέναντι στις προτάσεις.