αισχρός
επίθετο1. Που προκαλεί ντροπή ή αποστροφή λόγω συμπεριφοράς ή πράξης που θεωρείται ηθικά κατακριτέα.
2. Που είναι αισθητικά αποκρουστικό ή απαίσιο στην εμφάνιση ή στη μορφή.
Συνώνυμα
ντροπιαστικός χυδαίος βδελυρός προσβλητικός αποκρουστικός αηδιαστικός πορνογραφικός προκλητικός ανήθικος απαράδεκτος σκανδαλώδης κατακριτέος εξευτελιστικός άτιμος αχρείος βρώμικος ανέντιμος ανήκουστος άσχημος απαίσιος εμετικός βρωμερός κακός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αισχρός σχολιασμός στο άρθρο προκάλεσε οργή.
- Η αισχρή συμπεριφορά του προς τους συναδέλφους ήταν απαράδεκτη.
- Το αισχρό ψέμα διαδόθηκε γρήγορα.
- Οι αισχροί χαρακτηρισμοί πλήγωσαν την ομάδα.
- Οι αισχρές εικόνες αφαιρέθηκαν από την πλατφόρμα.
- Τα αισχρά λόγια πλήγωσαν πολλούς ακροατές.