χάλια
επίθετο1. Που βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση ή έχει πολύ χαμηλή ποιότητα σε σχέση με το αναμενόμενο ή επιθυμητό.
2. Που προκαλεί έντονη δυσφορία, εξάντληση ή αδυναμία (για πρόσωπο, διάθεση ή κατάσταση υγείας).
Συνώνυμα
άθλιος απαίσιος σκατά φρικτός άθλια σκατένιος άσχημα τραγικός καταστροφικός μίζερος αποτυχημένος σκάρτος χαλασμένος μπάζο σαβούρα απαίσια απογοητευτικός κακά στραβά άρρωστος χάλι άσχημος κακός πρόχειρος ανεπαρκής φρικιαστικός χειρότερος δυσάρεστος λιώμα απαράδεκτος άσχημη ακατάστατος αποτροπιαστικός μιζέρια σιχαρός
Αντώνυμα
καλά άψογος τέλειος εξαιρετικός υπέροχος άριστος εξαίσια εξαίσιος θαυμάσιος θαυμαστός θεσπέσιος καταπληκτικά σούπερ τέλεια υπέροχα ωραία ωραίος θαυμάσια καταπληκτικός φανταστικός περίφημα έξοχα άψογα γαμάτος θαυμαστά μεγαλειώδης άριστα υπέροχη φανταστικά καλός ικανοποιητικός αξιοπρεπής εντάξει λειτουργικός αξιοθαύμαστος θεϊκός κουλ ανεκτός ικανοποιητικά νόστιμος μέτριος σωστός επαρκής κορυφαίος συναρπαστικός ιδανικός λαμπρός υγιής αψεγάδιαστος ποιοτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι χάλια σήμερα.
- Το αυτοκίνητο είναι χάλια μετά το ατύχημα.
- Η παράσταση ήταν χάλια, δεν άξιζε τα λεφτά.
- Οι δρόμοι ήταν χάλια μετά τη βροχή.
- Τα παιδιά τα έκαναν χάλια στο δωμάτιο.
- Με άφησε χάλια η είδηση.