χάλια

επίθετο

1. Που βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση ή έχει πολύ χαμηλή ποιότητα σε σχέση με το αναμενόμενο ή επιθυμητό.

2. Που προκαλεί έντονη δυσφορία, εξάντληση ή αδυναμία (για πρόσωπο, διάθεση ή κατάσταση υγείας).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είμαι χάλια σήμερα.
  • Το αυτοκίνητο είναι χάλια μετά το ατύχημα.
  • Η παράσταση ήταν χάλια, δεν άξιζε τα λεφτά.
  • Οι δρόμοι ήταν χάλια μετά τη βροχή.
  • Τα παιδιά τα έκαναν χάλια στο δωμάτιο.
  • Με άφησε χάλια η είδηση.