ευτυχής
επίθετο1. Που αισθάνεται ή εκδηλώνει έντονη ή διαρκή εσωτερική χαρά και ικανοποίηση.
2. Που έχει μία ζωή ή κατάσταση που προσφέρει σταθερή ικανοποίηση, αρμονία και αίσθηση πληρότητας.
Συνώνυμα
ευτυχισμένος εύτυχος τυχερός χαρούμενος ευδαίμων μακάριος ευλογημένος πανευτυχής ευχαριστημένος χαρμόσυνος χαρωπός επιτυχής κεφάτος ευφρόσυνος ικανοποιημένος ενθουσιασμένος αγαλλιώμενος φτιαγμένος εκστατικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι ευτυχής που σε βλέπω.
- Η μητέρα ήταν ευτυχής για το νέο εγγόνι.
- Ο ευτυχής νικητής πήρε το κύπελλο.
- Η ευτυχής συγκυρία βοήθησε την ομάδα να αποφύγει την κρίση.
- Μετά την ανακοίνωση, όλοι αισθάνθηκαν ευτυχείς.