σάπιος
επίθετο1. Που έχει υποστεί αποσύνθεση ή σήψη, χάνει τη φυσική συνοχή και υγιή κατάσταση (για οργανικά υλικά όπως φρούτα, φυτά, ξύλο κ.ά.).
2. Που παρουσιάζει σοβαρή φθορά ή αποσάθρωση, έχοντας χάσει τη σταθερότητα ή την ανθεκτικότητα (για κατασκευές, υλικά).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μήλο ήταν σάπιο και το πέταξα.
- Το παλιό τραπέζι είχε σάπιες σανίδες και έπρεπε να το πετάξουμε.
- Στην κουζίνα υπήρχε σάπια τροφή που μύριζε άσχημα.
- Τα δόντια του ήταν σάπια από την παραμέληση.
- Ο σάπιος πολιτικός χρησιμοποίησε διεφθαρμένες πρακτικές.