σκάρτος
επίθετο1. Που παρουσιάζει ελαττώματα ή φθορά και δεν λειτουργεί σωστά ή είναι ακατάλληλο για την προτεινόμενη χρήση.
2. Που δεν πληροί τις ποιοτικές ή τεχνικές προδιαγραφές, με αποτέλεσμα μειωμένη απόδοση ή βραχυπρόθεσμη αντοχή.
Συνώνυμα
ελαττωματικός χαλασμένος σάπιος άχρηστος χάλια μπαγιάτικος μουχλιασμένος σκατένιος κακοφτιαγμένος κακός απαράδεκτος άθλιος ανεπαρκής απογοητευτικός απαίσιος ύποπτος ψεύτικος πρόχειρος αμφισβητήσιμος ανήθικος ανεπιθύμητος απεχθής αποτρόπαιος κατώτερος άσχημος βρώμικος φτηνός δυσάρεστος ακάθαρτος σιχαμερός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κρέας είναι σκάρτο, μην το φας.
- Αγόρασα ένα σκάρτο κινητό που χαλάει στη μέση της ημέρας.
- Μην τον εμπιστεύεσαι, είναι σκάρτος άνθρωπος.
- Έκαναν μια σκάρτη δουλειά και τώρα πρέπει να τη διορθώσουμε.
- Η πρότασή του ήταν σκάρτη και δεν έπεισε την επιτροπή.