ελεεινός

επίθετο

1. Που προκαλεί οίκτο ή λύπηση εξαιτίας φτωχής, ταπεινής ή παρηκμασμένης κατάστασης, εμφανίζοντας εμφανείς ελλείψεις ή αδυναμίες.

2. Που προκαλεί περιφρόνηση ή καταφρόνηση λόγω προσβλητικής, υποτιμητικής ή ηθικά απαράδεκτης συμπεριφοράς.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πολιτικός ήταν ελεεινός μπροστά στις ευθύνες του.
  • Ο άστεγος έδειχνε ελεεινός μετά τη θύελλα.
  • Ο εργοδότης φάνηκε ελεεινός απέναντι στους εργαζομένους του.
  • Ο εξοπλισμός της ομάδας ήταν ελεεινός και απέτυχε στην αποστολή.
  • Ο προδότης θα μείνει για πάντα ελεεινός στα μάτια μας.