ευλογημένος
επίθετο1. Που έχει λάβει ευλογία, δηλαδή πνευματική ή τελετουργική χάρη που θεωρείται ότι παρέχει προστασία ή ευημερία.
2. Που, μεταφορικά, απολαμβάνει ιδιαίτερη εύνοια, καλή τύχη ή θετικές συνθήκες σε ζωή ή σε συγκεκριμένη περίσταση.
Συνώνυμα
μακάριος μακαρισμένος ευλογητός αγιασμένος τυχερός ευτυχής ευτυχισμένος ευνοημένος προνομιούχος ευδαίμων άγιος ιερός φωτισμένος
Αντώνυμα
καταραμένος ανευλόγητος άτυχος αναθεματισμένος ατυχής δυστυχής αμαρτωλός βέβηλος καταδικασμένος κακοτυχής καημένος κακότυχος αποτυχημένος κακός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γέροντας θεωρείται ευλογημένος από την τοπική κοινότητα.
- Νιώθω ευλογημένος που έχω τέτοιους φίλους στη ζωή μου.
- Μετά τη δυνατή βροχή, το χωράφι φαίνεται ευλογημένο και έτοιμο για φύτεμα.
- Είναι ευλογημένη μάνα που τα παιδιά της είναι υγιή και ευτυχισμένα.
- Στους δύσκολους καιρούς, νιώθουμε ευλογημένοι για την αλληλοστήριξη της γειτονιάς.