κούκλος
ουσιαστικό1. Μικρό αναπαραστατικό ομοίωμα ανθρώπου, συνήθως κατασκευασμένο από ύφασμα, πλαστικό ή άλλο υλικό, που χρησιμοποιείται για παιχνίδι, διακόσμηση ή συλλογή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
άσχημος ασχημούλης ανεμφάνιστος απαίσιος αηδιαστικός αποκρουστικός αντιπαθητικός άχαρος απεχθής κακός απρόσωπος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κούκλος στο πάρτι τράβηξε όλα τα βλέμματα.
- Είσαι κούκλος σήμερα, έχεις αλλάξει πολύ.
- Όταν ντύθηκε με το κοστούμι, έγινε κούκλος.
- Με αυτό το μαλλί νομίζει ότι είναι κούκλος, αλλά μοιάζει περίεργος.
- Ο κούκλος της σχολικής παρέας ήταν πάντα δημοφιλής.