ποιοτικός
επίθετο1. Που αναφέρεται στην ποιότητα, στα χαρακτηριστικά ή στην ουσία ενός αντικειμένου, φαινομένου ή ιδιότητας, παρά στην ποσότητα.
2. Που χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο ποιότητας ή υποδηλώνει ότι κάτι διαθέτει καλά ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Συνώνυμα
εξαιρετικός άριστος εκλεκτός αξιόλογος άρτιος ουσιαστικός προσεγμένος καλοδουλεμένος αξιόπιστος ερμηνευτικός περιγραφικός εμπειρικός πρωτοκλασάτος συγκροτημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αγοράσαμε ένα ποιοτικό προϊόν που θα διαρκέσει χρόνια.
- Η εταιρεία επενδύει στην ποιοτική εξυπηρέτηση πελατών.
- Οι ποιοτικοί έλεγχοι στην παραγωγή εντόπισαν τα προβλήματα νωρίς.
- Η έρευνα έχει ποιοτικό χαρακτήρα και εστιάζει στις εμπειρίες των συμμετεχόντων.
- Οι ποιοτικές προδιαγραφές τηρήθηκαν αυστηρά.