διεφθαρμένος
επίθετο1. Που έχει χάσει την ηθική ακεραιότητα και χρησιμοποιεί τη θέση, την εξουσία ή τις σχέσεις για ιδιωτικό όφελος μέσω δωροδοκιών, καταχρήσεων ή άλλων ανήθικων πρακτικών.
Συνώνυμα
διεφθαρτικός διαφθαρμένος χαλασμένος μολυσμένος σάπιος σαπισμένος φθαρμένος πουλημένος ξεπουλημένος διαπλεκόμενος ανήθικος δόλιος κακός αλλοιωμένος φθαρτός διεστραμμένος αχρείος αμαρτωλός ανυπόληπτος προδοτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πολιτικός κατηγορήθηκε ως διεφθαρμένος λόγω των δωροδοκιών.
- Ο υπάλληλος φαινόταν διεφθαρμένος κι έτσι τον απέλυσαν.
- Ο οργανισμός θεωρείται διεφθαρμένος μετά τις πρόσφατες αποκαλύψεις.
- Ο σκληρός δίσκος είναι διεφθαρμένος και τα αρχεία δεν ανακτώνται.
- Με τα χρόνια, ο δήμαρχος έγινε διεφθαρμένος από την εξουσία.