άκακος
επίθετο1. Που δεν προκαλεί ζημία ή κίνδυνο και δεν αποτελεί απειλή για άλλους.
2. Που στερείται κακοβουλίας ή βλαπτικής πρόθεσης απέναντι σε πρόσωπα ή καταστάσεις.
3. Που εμφανίζει απλότητα ή έλλειψη δόλου και πονηριάς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ένοχος επικίνδυνος επιβλαβής κακόβουλος κακοπροαίρετος βλαβερός θανατικός επιζήμιος κακός εχθρικός ύπουλος δόλιος μοχθηρός επιθετικός σαδιστικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άκακος γείτονας ποτέ δεν μπλέκεται σε καυγάδες.
- Η άκακη κοπέλα αρνήθηκε τις ψεύτικες κατηγορίες.
- Το αστείο ήταν άκακο και όλοι γέλασαν.
- Το σκυλάκι φαίνεται άκακο, αλλά χρειάζεται προσοχή με ξένους.
- Ο κατηγορούμενος αποδείχτηκε άκακος και αθωώθηκε.
- Οι άκακοι μάρτυρες έδωσαν απλές περιγραφές χωρίς εμπλοκή.