ευπρόσδεκτος

επίθετο

1. Που γίνεται δεκτός με χαρά, ευχαρίστηση ή εκτίμηση από άτομα ή ομάδα.

2. Που, ως παρουσία, πρόταση ή προσφορά, προκαλεί θετική ανταπόκριση και γίνεται δεκτό χωρίς έντονες αντιρρήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είσαι πάντα ευπρόσδεκτος στο σπίτι μας.
  • Οι επισκέπτες είναι ευπρόσδεκτοι στην εκδήλωση.
  • Κάθε βοήθεια είναι ευπρόσδεκτη.
  • Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα.
  • Η παρουσία σας θα είναι ευπρόσδεκτη.