φρικτός
επίθετο1. Που προκαλεί φρίκη, έντονο φόβο ή αποστροφή λόγω βίαιων, ανατριχιαστικών ή αποκρουστικών χαρακτηριστικών ή γεγονότων.
2. Που έχει εξαιρετικά κακή ποιότητα, αποτέλεσμα ή κατάσταση, με έντονη δυσάρεστη επίδραση.
Συνώνυμα
φριχτός φρικιαστικός φρικώδης φριχτερός τρομερός φοβερός απαίσιος αποτρόπαιος εφιαλτικός σκατένιος τρομακτικός τρομαχτικός αποκρουστικός αηδιαστικός απεχθής σιχαμερός στυγερός άθλιος άσχημος ανατριχιαστικός βδελυρός δεινός τραγικός χάλια κακός ανυπόφορος απωθητικός εξωφρενικός αποτροπιαστικός εμετικός μακάβριος σπαρακτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ταινία ήταν φρικτή, δεν μπορούσα να κοιμηθώ μετά.
- Το ατύχημα ήταν φρικτό και πολλοί τραυματίστηκαν.
- Έκανε φρικτά λάθη κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
- Ο καιρός έγινε φρικτός και αναγκαστήκαμε να ακυρώσουμε τη συναυλία.
- Οι συνθήκες στο στρατόπεδο ήταν φρικτές και απαράδεκτες.