κατακριτέος
επίθετοΠου αξίζει αρνητική κρίση ή επίπληξη, επειδή θεωρείται ότι παραβιάζει ηθικούς, κοινωνικούς ή δεοντολογικούς κανόνες.
Συνώνυμα
επιλήψιμος μεμπτός απαράδεκτος μομφέος ψεκτός ντροπιαστικός ανάξιος καταδικασμένος αισχρός σκανδαλώδης κακός ανάρμοστος ανήθικος αμφιλεγόμενος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπεριφορά του ήταν κατακριτέος, αλλά τελικά αποδείχθηκε και παράνομη.
- Το να κοροϊδεύεις έναν άνθρωπο για την εμφάνισή του είναι κατακριτέος.
- Η απόφαση να αποκρυφτούν τα στοιχεία θεωρήθηκε κατακριτέα από όλους.
- Οι πράξεις αυτές είναι απολύτως κατακριτέες και δεν μπορούν να δικαιολογηθούν.
- Ένα τέτοιο σχόλιο, ειδικά σε δημόσιο χώρο, είναι κατακριτέο.