πονηρός
επίθετο1. Που έχει ικανότητα και τάση να παραπλανά ή να χρησιμοποιεί επιτήδεια μέσα και έξυπνα τεχνάσματα για να πετύχει προσωπικούς σκοπούς.
Συνώνυμα
πανούργος δόλιος ύπουλος ραδιούργος απατηλός εξαπατητικός επιτήδειος έξυπνος σκανταλιάρης πονηρούλης κουτοπόνηρος παμπόνηρος παραπλανητικός κακός αμαρτωλός κακόβουλος μοχθηρός εφευρετικός ευφυής ανέντιμος ξύπνιος αλεπού άσεμνος αχρείος επινοητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γείτονας είναι πονηρός και πάντα βρίσκει τρόπο να αποφύγει τις ευθύνες.
- Ο πονηρός σκύλος έκρυψε το κόκκαλο στον κήπο πριν φύγουν οι ιδιοκτήτες.
- Ο μικρός είναι πονηρός· συχνά κάνει φάρσες και γελάει όταν το κατορθώσει.
- Ο επιχειρηματίας είναι πονηρός και χρησιμοποίησε μια τακτική που του έδωσε πλεονέκτημα.
- Μην εμπιστεύεσαι εκείνον· ο τρόπος που απαντά είναι πονηρός.