σκατένιος
επίθετο1. Που έχει ή θυμίζει κόπρανα στην όψη, την οσμή ή την υφή.
2. Που χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλή ποιότητα ή από δυσάρεστη, ακατάλληλη κατάσταση, προκαλώντας αποστροφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σκατένιο αυτοκίνητο σταμάτησε ξανά στη μέση του δρόμου.
- Είναι σκατένιος άνθρωπος, δεν τον εμπιστεύομαι.
- Μείναμε σε ένα σκατένιο ξενοδοχείο με βρώμικα σεντόνια.
- Είχα μια σκατένια μέρα στη δουλειά και θέλω μόνο να κοιμηθώ.
- Οι σκατένιοι αντίπαλοι προσπάθησαν να μας υπονομεύσουν.
- Έκανα ένα σκατένιο λάθος που στοίχισε στην ομάδα.