ευνοϊκός
επίθετο1. Που παρέχει πλεονέκτημα ή κατάλληλες συνθήκες που αυξάνουν τις πιθανότητες επιτυχίας, ανάπτυξης ή ευημερίας ενός προσώπου, αντικειμένου ή σκοπού.
Συνώνυμα
ευμενής επωφελής συμφέρων πρόσφορος ευεργετικός ωφέλιμος θετικός φιλικός επιεικής προνομιακός ανεκτικός βολικός προτιμητικός κατάλληλος υποστηρικτικός ευπρόσδεκτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες βοήθησαν την καλλιέργεια να καρπίσει.
- Μας προσέφεραν ευνοϊκούς όρους για το δάνειο, οπότε αποδεχτήκαμε.
- Η διοίκηση πήρε μια ευνοϊκή απόφαση σχετικά με τη χρηματοδότηση του έργου.
- Το νέο επιχειρηματικό περιβάλλον είναι ευνοϊκό για την καινοτομία.
- Οι εξελίξεις κύλησαν ευνοϊκά για την ομάδα του έργου.