προβληματικός
επίθετο1. Που δημιουργεί ή προκαλεί δυσκολίες, εμπόδια ή ανεπιθύμητες συνέπειες στην εκτέλεση, λειτουργία ή εξέλιξη ενός ζητήματος.
2. Που παρουσιάζει δυσλειτουργίες, ανωμαλίες ή αβεβαιότητες και χρειάζεται διόρθωση, διερεύνηση ή ιδιαίτερη προσοχή.
Συνώνυμα
δυσλειτουργικός ελαττωματικός περίπλοκος δύσκολος αναξιόπιστος αμφιλεγόμενος αμφίβολος ανησυχητικός ανεπαρκής ζόρικος μπελαλίδικος ακατάλληλος αναποτελεσματικός αμφισβητήσιμος διαταραγμένος χαλασμένος δυσχερής δύστροπος ενοχλητικός παράξενος ανώμαλος απαιτητικός κακός παραβατικός επικίνδυνος στρεβλός αμφισβητούμενος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαθητής εμφανίζεται ως προβληματικός στο σχολείο λόγω επαναλαμβανόμενων συγκρούσεων.
- Η οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού είναι προβληματική και χρειάζεται άμεσα βοήθεια.
- Το νέο λογισμικό αποδείχθηκε προβληματικό και χρειάστηκε επισκευή.
- Η στάση του στη συζήτηση ήταν προβληματική και επιδείνωσε την ένταση.
- Οι συνθήκες εργασίας σε αυτό το τμήμα παραμένουν προβληματικές παρά τις υποσχέσεις αλλαγής.