πρότυπος

επίθετο

1. Που χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς για μίμηση, αξιολόγηση ή αναπαραγωγή.

2. Που συμμορφώνεται με καθιερωμένους κανόνες ή προδιαγραφές και χρησιμοποιείται ως βάση σύγκρισης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής υπήρξε πρότυπος για πολλούς μαθητές.
  • Το νέο πρότυπο του κινητού παρουσιάστηκε χθες στην έκθεση.
  • Ακολουθήσαμε τις πρότυπες διαδικασίες για την ασφάλεια στο εργαστήριο.
  • Η αθλήτρια είναι πρότυπη στην επαγγελματική της συμπεριφορά.
  • Οι πρότυποι κατασκευαστές τηρούν αυστηρούς κανόνες ποιότητας.