ανήθικος
επίθετο1. Που παραβιάζει ή αγνοεί τα καθιερωμένα ηθικά πρότυπα και κοινωνικούς κανόνες, εκδηλώνοντας συμπεριφορές που θεωρούνται αντίθετες προς τη δικαιοσύνη, την ειλικρίνεια ή το σεβασμό.
Συνώνυμα
διεφθαρμένος ανέντιμος άσεμνος αχρείος άνομος άτιμος αθέμιτος ανάξιος χυδαίος κακός άδικος αισχρός αμαρτωλός μοχθηρός ασελγής διαστροφικός διεστραμμένος σκανδαλώδης ανάρμοστος σκάρτος απρεπής βρώμικος ντροπιαστικός ακάθαρτος βαρβαρικός κατακριτέος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ανήθικος πολιτικός απέτυχε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του λαού.
- Η πρότασή του ήταν ανήθικη και προσβλητική για τους εργαζόμενους.
- Είναι ανήθικο να εκμεταλλεύεσαι την ανάγκη των άλλων.
- Οι ανήθικες πρακτικές της εταιρείας αποκαλύφθηκαν δημοσίως.
- Τον κατηγόρησαν για ανήθικα κέρδη από παράνομες συναλλαγές.
- Η κοινότητα χαρακτήρισε τη σχέση τους ανήθικη λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας.