συρρικνώνω
άλλο1. Μειώνω το μέγεθος, την έκταση, τον όγκο ή την ένταση κάποιου πράγματος.
2. Κάνω κάτι να γίνει πιο περιορισμένο ή πιο μικρό σε αριθμό, ποσότητα ή εύρος.
3. Γίνομαι μικρότερος σε μέγεθος, έκταση ή ένταση.
Συνώνυμα
σμικρύνω μικραίνω μειώνω συστέλλω συμπυκνώνω συμπιέζω συμπτύσσω απομειώνω ελαττώνω ελαχιστοποιώ συντομεύω κονταίνω περιορίζω μαζεύω χαμηλώνω εξοικονομώ ξεφουσκώνω περικόπτω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συρρικνώνω το μάλλινο όταν το πλένω σε ζεστό νερό.
- Συρρικνώνω το τμήμα πωλήσεων για να μειώσω τα έξοδα.
- Κάθε χρόνο συρρικνώνω τον προϋπολογισμό λόγω λιτότητας.
- Όσο περνάει ο καιρός, συρρικνώνω τις ελπίδες μου.
- Με τις ακτινοθεραπείες συρρικνώνω τον όγκο.