αποδομώ
άλλο1. Εξετάζω κάτι κριτικά και αφαιρώ τα επιμέρους στοιχεία, τις δομές ή τις βεβαιότητές του για να το αναλύσω σε βασικά μέρη.
2. Διαλύω ή αποσυνθέτω μια κατάσταση, ένα σύστημα, μια ιδέα ή ένα έργο, ώστε να φανεί η εσωτερική του συγκρότηση ή αδυναμία.
Συνώνυμα
καταρρίπτω αντικρούω αποσυναρμολογώ διαλύω γκρεμίζω κατεδαφίζω απομυθοποιώ εξουδετερώνω εκμηδενίζω αποσυνθέτω συντρίβω ανατρέπω ξεγυμνώνω ξεσκεπάζω διαψεύδω καταστρέφω αναλύω διασπώ υπονομεύω ξηλώνω αμφισβητώ σμπαραλιάζω διασπάω εκθέτω ανασκευάζω
Αντώνυμα
δομώ οικοδομώ συνθέτω στηρίζω ενισχύω υπερασπίζομαι επιβεβαιώνω διαμορφώνω εδραιώνω μορφοποιώ θεμελιώνω ανοικοδομώ στήνω ενδυναμώνω αναδομώ επικροτώ κατασκευάζω παρασκευάζω πλάθω σχηματίζω ζυμώνω σμιλεύω οργανώνω συγκροτώ προξενώ χαρακτηρίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Σε αυτό το εργαστήριο αποδομώ το παλιό τραπέζι για να το ανακαινίσω.
- Στο δοκίμιο αποδομώ το κύριο επιχείρημα του συγγραφέα.
- Στη συζήτηση για τα φύλα αποδομώ τα στερεότυπα που παρουσιάζονται ως φυσικά.
- Με την εμπειρία μου αποδομώ τις παλιές πεποιθήσεις και διαμορφώνω νέες απόψεις.
- Στο μάθημα λογοτεχνίας αποδομώ το κείμενο για να αποκαλύψω κρυφές σημασίες.