εκμεταλλεύομαι

ρήμα

1. Χρησιμοποιώ πόρους, ευκαιρίες ή καταστάσεις για να αποκομίσω όφελος ή πλεονέκτημα.

2. Αποσπώ ή παίρνω όφελος από άλλο πρόσωπο με άδικο ή καταχρηστικό τρόπο, εις βάρος του.

Συνώνυμα

καταχράομαι αξιοποιώ χρησιμοποιώ απομυζώ καπηλεύομαι κερδοσκοπώ πλεονεκτώ ωφελούμαι εξαργυρώνω κακομεταχειρίζομαι σφετερίζομαι αρπάζω λεηλατώ εκβιάζω αδικώ χειραγωγώ κακοποιώ χειρίζω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία να μάθω κάτι καινούριο.
  • Στον εργασιακό χώρο, εκμεταλλεύομαι τους διαθέσιμους πόρους για να ολοκληρώσω το έργο.
  • Δεν θέλω να εκμεταλλεύομαι τους συναδέλφους, αλλά μερικές φορές το πράττω χωρίς να το καταλάβω.
  • Σε κρίσιμες στιγμές, εκμεταλλεύομαι το νομικό κενό για να προστατεύσω τα δικαιώματά μου.
  • Ως αγρότης, εκμεταλλεύομαι τη γη και το νερό με βιώσιμο τρόπο.