έμφραγμα
ουσιαστικό1. Τοπική νέκρωση ιστού που οφείλεται σε απόφραξη ή σοβαρή μείωση της αιμάτωσης ενός αγγείου, συνήθως στον καρδιακό μυ (έμφραγμα του μυοκαρδίου).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας μου υπέστη έμφραγμα το πρωί και τον μετέφεραν επειγόντως στο νοσοκομείο.
- Οι γιατροί επιβεβαίωσαν ότι πρόκειται για έμφραγμα του μυοκαρδίου.
- Μετά το ατύχημα δημιουργήθηκε μεγάλο κυκλοφοριακό έμφραγμα στην εθνική οδό.
- Η αναβολή των πτήσεων προκάλεσε έμφραγμα στο αεροδρόμιο και χιλιάδες ταξιδιώτες εγκλωβίστηκαν.
- Ο νευρολόγος διέγνωσε ένα μικρό εγκεφαλικό έμφραγμα στον ασθενή.