αλλοίωση
ουσιαστικό1. Τροποποίηση της αρχικής μορφής, σύνθεσης ή ιδιοτήτων ενός αντικειμένου ή υλικού, που επηρεάζει την εμφάνιση, τη λειτουργικότητα ή την ποιότητά του.
Συνώνυμα
παραμόρφωση διαστρέβλωση παραποίηση παραχάραξη πλαστογράφηση τροποποίηση μεταβολή μετατροπή υποβάθμιση φθορά εκφύλιση διαφθορά μόλυνση διάβρωση σάπισμα παραλλαγή χειραγώγηση ζημιά βλάβη αλλαγή επιμόλυνση παρέκκλιση σήψη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αλλοίωση των τροφίμων προκλήθηκε από τη ζέστη και την υγρασία.
- Παρατηρήθηκε αλλοίωση του πρωτοτύπου κατά τη μετάφραση, που άλλαξε το νόημα.
- Οι έλεγχοι αποκάλυψαν αλλοίωση στα αποτελέσματα των εκλογών.
- Η αλλοίωση της δομής του μετάλλου μείωσε την αντοχή του αντικειμένου.
- Η αλλοίωση των εργαστηριακών δειγμάτων οδήγησε σε λανθασμένη διάγνωση.