σκευωρία
ουσιαστικόΠρομελετημένη και οργανωμένη ενέργεια με την οποία στήνεται ψευδής ή παραπλανητική υπόθεση για να βλαφτεί κάποιος ή να επιτευχθεί άδικο αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η υπόθεση ήταν μια σκευωρία εναντίον του.
- Αποκαλύφθηκε πως πίσω από τη δυσφήμηση υπήρχε καλά οργανωμένη σκευωρία.
- Η σκευωρία που στήθηκε στο παρασκήνιο στόχευε να πλήξει την αξιοπιστία της ομάδας.
- Είπε πως δεν είχε καμία σχέση με τη δήθεν σκευωρία των αντιπάλων του.
- Οι αρχές ερευνούν αν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό ή για ευρύτερη σκευωρία.