διόρθωση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της αποκατάστασης σφάλματος, ασυμφωνίας ή ατέλειας ώστε κάτι να γίνει σωστό, ακριβές ή σύμφωνα με πρότυπο.
Συνώνυμα
διόρθωμα διορθωτικό επιδιόρθωση αποκατάσταση επανόρθωση επιμέλεια προσαρμογή επισκευή επίλυση αναθεώρηση βελτίωση παρέμβαση αλλαγή ανάκληση διάψευση ρύθμιση υπόδειξη ανόρθωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανα τη διόρθωση στο κείμενο πριν το στείλω.
- Η άμεση διόρθωση του σφάλματος στο λογισμικό απέτρεψε προβλήματα.
- Χρειάζεται διόρθωση στην εικόνα πριν τη δημοσίευση.
- Ο καθηγητής ζήτησε διόρθωση των απαντήσεων στο διαγώνισμα.
- Ο γιατρός πρότεινε διόρθωση της μυωπίας με χειρουργική επέμβαση.