διασυρμός
ουσιαστικόΈντονη δημόσια εξευτέλιση ή απαξίωση προσώπου ή ομάδας, που προκαλεί ντροπή, βλάβη στη φήμη και κοινωνική ή ηθική υποτίμηση.
Συνώνυμα
διαπόμπευση εξευτελισμός κοροϊδία ήττα ξεφτίλισμα ταπείνωση συκοφάντηση γελοιοποίηση χλεύη ρεζίλι ατιμία στίγμα εμπαιγμός προσβολή ντροπή λιντσάρισμα τρολάρισμα σκάνδαλο συντριβή
Αντώνυμα
έπαινος τιμή δόξα σεβασμός υπόληψη αποθέωση αποκατάσταση αθώωση επιβράβευση αναγνώριση εξύψωση ηρωοποίηση θρίαμβος κύρος τίτλος αξιοπρέπεια λατρεία
Παραδείγματα χρήσης
- Η εφημερίδα εξαπέλυσε έναν διασυρμό εναντίον του πολιτικού.
- Η διαρροή των εγγράφων προκάλεσε μεγάλο διασυρμό στην εταιρεία.
- Μετά την καταγγελία, υπέστη δημόσιο διασυρμό και χάθηκε η εμπιστοσύνη των πελατών.
- Η ομάδα μας δέχθηκε βαρύ διασυρμό στο χθεσινό ματς.
- Δεν μπορούσε να αντέξει τον διασυρμό και αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή.