συνέπεια

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα σταθερής και προβλέψιμης συμπεριφοράς που εκδηλώνεται με την τήρηση υποχρεώσεων, δεσμεύσεων και χρόνων.

2. Έκβαση που προκύπτει από μια αιτία, ενέργεια ή γεγονός.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ως συνέπεια της έντονης βροχής, η εκδήλωση ακυρώθηκε.
  • Η συνέπεια στις υποχρεώσεις του τον έκανε αξιόπιστο συνεργάτη.
  • Η συνέπεια στην προπόνηση βελτίωσε τις επιδόσεις του μέσα σε λίγες εβδομάδες.
  • Στη λογική, μια συνέπεια σημαίνει ότι το συμπέρασμα ακολουθεί αναγκαία από τις προκείμενες.
  • Η καθυστέρηση στην υποβολή της δήλωσης είχε ως συνέπεια την επιβολή προστίμου.