συνέπεια
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα σταθερής και προβλέψιμης συμπεριφοράς που εκδηλώνεται με την τήρηση υποχρεώσεων, δεσμεύσεων και χρόνων.
2. Έκβαση που προκύπτει από μια αιτία, ενέργεια ή γεγονός.
Συνώνυμα
αποτέλεσμα επακόλουθο απόρροια επίπτωση έκβαση κατάληξη επακολούθημα σταθερότητα αξιοπιστία πιστότητα συνοχή συστηματικότητα απόληξη προϊόν επίδραση ευσυνειδησία ομοιογένεια επιμονή επιμέλεια ακρίβεια συμπέρασμα αφοσίωση κάρμα ακεραιότητα ακολουθία ευταξία κανονικότητα μονιμότητα ομαλότητα τιμιότητα ευρυθμία λογικότητα μεθοδικότητα προβλεψιμότητα σπουδαιότητα
Αντώνυμα
ασυνέπεια ανακολουθία αναξιοπιστία αστάθεια αιτία αρχή αίτιο αιτιολογία αφορμή παράγοντας αναβλητικότητα αντίφαση αργοπορία κωλοτούμπα προϋπόθεση συντελεστής αμέλεια ανευθυνότητα πηγή προδοσία σύγχυση απόκλιση ασυναρτησία βάση παράβαση παραμέληση προχειρότητα αθέτηση αναντιστοιχία αναστροφή αποστασία εκτροπή μεταστροφή παρέκκλιση σπατάλη υποκρισία ανομοιογένεια ακαταστασία ανοργανωσιά απιστία αυθαιρεσία παράλειψη πειραματισμός τεμπελιά τσίρκο αερολογία παρατυπία παρορμητικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως συνέπεια της έντονης βροχής, η εκδήλωση ακυρώθηκε.
- Η συνέπεια στις υποχρεώσεις του τον έκανε αξιόπιστο συνεργάτη.
- Η συνέπεια στην προπόνηση βελτίωσε τις επιδόσεις του μέσα σε λίγες εβδομάδες.
- Στη λογική, μια συνέπεια σημαίνει ότι το συμπέρασμα ακολουθεί αναγκαία από τις προκείμενες.
- Η καθυστέρηση στην υποβολή της δήλωσης είχε ως συνέπεια την επιβολή προστίμου.