πιστότητα
ουσιαστικό1. Χαρακτηριστικό των διαπροσωπικών ή θεσμικών σχέσεων όπου διατηρούνται δεσμεύσεις και σταθερή, συνεπής συμπεριφορά προς άλλο πρόσωπο, ομάδα ή αρχές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πιστότητα στη σχέση χτίζεται με ειλικρίνεια και σεβασμό.
- Η πιστότητα των φιλάθλων στην ομάδα φάνηκε παντού στο γήπεδο.
- Η πιστότητα της ηχογράφησης σε σχέση με το πρωτότυπο ήταν εξαιρετική.
- Στη μετάφραση, η πιστότητα στο νόημα του πρωτοτύπου είναι προτεραιότητα.
- Η επιχείρηση επιβράβευσε την πιστότητα των πελατών με ειδικές προσφορές.