κατάληξη

ουσιαστικό

1. Τμήμα λέξης που προστίθεται στο τέλος της ρίζας ή του θεματικού στοιχείου και χρησιμεύει στον σχηματισμό νέων λέξεων, στην κλίση ή στην αλλαγή γραμματικής ή σημασιολογικής λειτουργίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κατάληξη «-ος» δηλώνει το αρσενικό γένος σε πολλά ελληνικά ουσιαστικά.
  • Η κατάληξη του αρχείου είναι .pdf, οπότε πρέπει να το ανοίξουμε με το κατάλληλο πρόγραμμα.
  • Η κατάληξη της γραμμής του λεωφορείου είναι στο παλιό σταθμό.
  • Η κατάληξη της συζήτησης ήταν μια κοινή συμφωνία για το πρόγραμμα.
  • Η κατάληξη του δρόμου έχει περίφραξη και δεν επιτρέπει πέρασμα οχημάτων.