συμπέρασμα
ουσιαστικό1. Τελικό αποτέλεσμα λογικής επεξεργασίας ή συλλογισμού που προκύπτει από την αξιολόγηση δεδομένων, παρατηρήσεων ή επιχειρημάτων.
2. Σύντομη δήλωση ή κρίση που συνοψίζει τα κύρια ευρήματα ή συμπεράσματα μιας ανάλυσης, έρευνας ή συζήτησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι πρέπει να αλλάξουμε στρατηγική.
- Το συμπέρασμα της έρευνας ήταν σαφές και αδιαμφισβήτητο.
- Ως συμπέρασμα, μπορούμε να πούμε ότι τα αποτελέσματα ήταν θετικά.
- Το πιο σημαντικό συμπέρασμα από τη συνάντηση αφορούσε την κατανομή πόρων.
- Από τα δεδομένα βγαίνει το συμπέρασμα πως χρειάζονται περαιτέρω δοκιμές.