αθέτηση
ουσιαστικό1. Η μη εκπλήρωση μιας υποχρέωσης, υπόσχεσης ή όρου συμφωνίας από το πρόσωπο που δεσμεύεται.
2. Το συμβάν κατά το οποίο οι προβλεπόμενοι όροι δεν τηρούνται, με συνέπεια την πρόκληση έννομων ή πρακτικών επιπτώσεων στις σχέσεις των ενδιαφερόμενων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αθέτηση των όρων της σύμβασης οδήγησε σε νομικές κυρώσεις.
- Η αθέτηση πληρωμών από τον πελάτη δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας.
- Θυμήθηκε την αθέτηση της υπόσχεσής του και ένιωσε ντροπή.
- Η αθέτηση των κανόνων ασφαλείας απειλεί τη λειτουργία του εργοστασίου.
- Σε περίπτωση αθέτησης, επιβάλλονται ρήτρες σύμφωνα με το συμβόλαιο.