αφοσίωση

ουσιαστικό

1. Συναισθηματική και πρακτική δέσμευση προς πρόσωπο, ιδέα ή σκοπό, που εκφράζεται με σταθερή προσοχή, φροντίδα και πίστη στην εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αφοσίωση της Μαρίας προς τον σύντροφό της ήταν εμφανής.
  • Η αφοσίωση του γιατρού στους ασθενείς του σώζει ζωές.
  • Η αφοσίωση στην προστασία του περιβάλλοντος τον ώθησε να γίνει εθελοντής.
  • Η αφοσίωση στις θρησκευτικές πρακτικές φαίνεται από την καθημερινή προσευχή.
  • Με αφοσίωση στην προπόνηση κατάφερε να φτάσει στο πρωτάθλημα.
  • Η αφοσίωση των υπαλλήλων στην εταιρεία εκτιμήθηκε από τη διοίκηση.