αποτέλεσμα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή γεγονός που προκύπτει μετά από κάποια αιτία, ενέργεια ή διαδικασία.
2. Προϊόν που προκύπτει από εργασία, πείραμα ή παραγωγική διαδικασία.
3. Τιμή που προκύπτει από αριθμητική ή λογική πράξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως αποτέλεσμα της βροχής, η εκδήλωση ακυρώθηκε.
- Το αποτέλεσμα του τεστ θα ανακοινωθεί αύριο.
- Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν βελτίωση.
- Το αποτέλεσμα του αγώνα ήταν 2-1.
- Το αποτέλεσμα της πρόσθεσης είναι 15.