αρχή
ουσιαστικό1. Σημείο ή χρονική στιγμή κατά την οποία ξεκινά κάτι.
2. Βασική θεμελιώδης ιδέα ή κανόνας που διέπει τη λειτουργία ενός συστήματος, μιας θεωρίας ή της συμπεριφοράς.
3. Φορέας ή αξίωμα που ασκεί διοίκηση, έλεγχο ή υπευθυνότητα σε ένα θεσμικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
τέλος λήξη πέρας τέρμα αποτέλεσμα ουρά κλείσιμο προθεσμία άκρη τελεία έκβαση απόληξη περάτωση συντέλεια τελευτή τερματισμός φινάλε αποπεράτωση κατακλείδα σταμάτημα τελείωση κορύφωση περαίωση κατάληξη ολοκλήρωση τελείωμα συμπέρασμα στόχος μέσο στάδιο επίδραση άκρο επίλογος προορισμός μαφία επίπτωση αποκορύφωμα συνέπεια υποταγή φάση ανασκόπηση βαθμίδα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αρχή της εκδήλωσης είναι στις εννέα.
- Στην αρχή νόμιζα ότι όλα θα πήγαιναν καλά.
- Οι αρχές της ηθικής ποικίλλουν ανάμεσα στους πολιτισμούς.
- Η αρχή που εποπτεύει τις τράπεζες επέβαλε κυρώσεις.
- Θέλουμε να κατανοήσουμε την αρχή λειτουργίας του μηχανήματος.