απόρροια
ουσιαστικόΑποτέλεσμα, συνέπεια ή επακόλουθο που προκύπτει από μια αιτία, ενέργεια ή κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αύξηση των τιμών ήταν άμεση απόρροια της ενεργειακής κρίσης.
- Η καθυστέρηση στο έργο είναι απόρροια των συνεχών αλλαγών στο σχέδιο.
- Η ένταση ανάμεσά τους ήταν φυσική απόρροια της παρεξήγησης.
- Πολλά κοινωνικά προβλήματα είναι απόρροια της μακρόχρονης ανεργίας.
- Η επιτυχία του οφείλεται στην επιμονή του, ενώ η αναγνώριση ήταν η φυσική απόρροια της δουλειάς του.