λογικότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή ποιότητα που χαρακτηρίζει τη σκέψη, το συλλογισμό ή ένα επιχείρημα όταν παρουσιάζει συνεκτικότητα, συνοχή και συμμόρφωση με τους κανόνες της λογικής.
Συνώνυμα
λογική ορθολογικότητα ορθολογισμός συλλογιστική συνεκτικότητα λογιμότητα συστηματικότητα συνέπεια επιχειρηματολογία αιτιολόγηση
Αντώνυμα
αλογοσύνη ανοησία παραλογισμός ανορθολογικότητα παράλογο ασυναρτησία παράνοια σαχλαμάρα βλακεία ηλιθιότητα τρέλα παραφροσύνη παλαβομάρα γελοιότητα φρενίτιδα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λογικότητα της επιχειρηματολογίας του έπεισε τους ακροατές.
- Αμφισβήτησε τη λογικότητα της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου.
- Σε θεωρητικό επίπεδο, η λογικότητα των αξιωμάτων της θεωρίας τέθηκε υπό αμφισβήτηση.
- Η λογικότητα στην κατανομή πόρων εξασφαλίζει πιο δίκαιη λειτουργία.
- Χρειάζεται να εξετάσουμε τη λογικότητα του προϋπολογισμού πριν τον εγκρίνουμε.